Ποιήματα

Ποιήματα

img

Ήταν δεν ήταν έντεκα χρονώ.
Κολύμπαγε στη θάλασσα γυμνό
κι άκρην άκρη στα κρούσταλλα νερά,
φως και χαρά μες στη φωτοχαρά.
Πρωτόβλεπε τη θάλασσα.
Και πρώτη φορά ’μπαινε στην μπλάβη αιωνιότη.
Σε μάκρη καταφάνερη και σε ύψη,
δεν είχε τί να δείξ’ ή τί να κρύψει.
Μάγεμα, θάμα, αλήθεια η Πλάση κι όλη,
πρωί και βράδυ, πάσαν ώρα, σκόλη.
Να ’χε φτερά τ’ αψήλου να πετιέται,
όπου ο Καιρός μ’ αιώνες δε μετριέται.
Δικά της όλα, αγάπη και δροσιά,
κι ένα πράμα ζωή και φαντασιά.
Αληθινή, πρωθόρμητη,
πηγαία απ’ τα πρώτα της ώς τα τελευταία.
Μεγάλωσε, πετάχτηκε ζαρκάδα
με γέλιο, με τραγούδι, με σπιρτάδα.
Κι ο κόρφος ο γλυκός να περιμένει
ν’ αναστήσει καλύτερ’ οικουμένη!
Που ’ναι σκλάβα, δεν το ’μαθεν ακόμα,
πουλημένη από κούνια, νους και σώμα·
κι εκειό το γλυκοβύζαστό της γάλα,
θα το βυζαίνουν στόματα μεγάλα.
Γλυκά στ’ αυτί θε να της κελαηδούνε:
—«Όχι δικό μας, θέλημα θεού ’ναι.
Ρίχ’ το στα θεία, ψευτοβολέψου κάπου
στον ψεύτικο ντουνιά πάππου προσπάππου»!
«Μα εκεί ψηλά θε νά βρεις την αιώνια
χαρά και νιότη, τέκνα σου κι αγγόνια,
που άλλα ο Νόμος τα σκότωσε, άλλα η πείνα,
ξαναζωντανεμένα μες στα κρίνα…»!
—«Σώπα, κανάγια! Ξύπνησα»! απ’ τα βύθη
τ’ αφανισμού στριγκά η Σκλαβιά βρυχήθη.
«Κι εκδικήτρα μανάδων κι αδερφώνε
σε μάγκωσ’, αγιογδύτη, δολοφόνε»! …
«Πλια δε θα τρέφει ο κόρφος μου για σένα
σκλάβα, τυφλή κι αλυσωμένη γέννα.
Με γάλ’ αντρείας και λευτεριάς την Πλάση
Μάνα — Λαός θα τηνε ξαναπλάσει!»
Γιάννης Ρίτσος, «Ευανδρία»
Βγάζουν σπίθες τα μάρμαρα, τα νύχια των ποδιών, οι ρώγες·
βουίζουν τα μελίγγια. Μια σπασμένη υδρία. Τ’ άνθινο στεφάνι στην έδρα
μαράθηκε κιόλας.
Και το βόδι δεμένο μουγκανίζει. Πέφτει το λυκόφως.
Πολύ βραδύνουν οι κριτές.

Ανεβήκαμε πάνω στο λόφο να δούμε τον τόπο μας –
φτωχικά, μετρημένα χωράφια, πέτρες, λιόδεντρα.
Αμπέλια τραβάν κατά τη θάλασσα. Δίπλα στ’ αλέτρι
καπνίζει μια μικρή φωτιά. Του παππουλή τα ρούχα
τα σιάξαμε σκιάχτρο για τις κάργιες. Οι μέρες μας
παίρνουν το δρόμο τους για λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες.
Κάτω απ’ τις λεύκες φέγγει ένα ψάθινο καπέλο.
Ο πετεινός στο φράχτη. Η αγελάδα στο κίτρινο.
Πώς έγινε και μ’ ένα πέτρινο χέρι συγυρίσαμε
το σπίτι μας και τη ζωή μας; Πάνω στ’ ανώφλια
είναι η καπνιά, χρόνο το χρόνο, απ’ τα κεριά του Πάσχα –
μικροί μικροί μαύροι σταυροί που χάραξαν οι πεθαμένοι
γυρίζοντας απ’ την Ανάσταση. Πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος
με υπομονή και περηφάνεια. Κάθε νύχτα απ’ το ξερό πηγάδι
βγαίνουν τ’ αγάλματα προσεχτικά κι ανεβαίνουν στα δέντρα.

Στὸ στάβλο ἦρθ᾿ ἀπόψε τὸ φεγγάρι…
Ἐκοίταξεν ἀπ᾿ τὸ παράθυρό του,
εἶδε τὴν ἀγελάδα, τὸ μοσκάρι,
τὸ βόδι ποὺ μασοῦσε τὸ σανό του.

Στὸ κῆπο μας ἀνήσυχα γλιστροῦσε,
ἀνέβηκεν ἐπάνω στὴ συκιά μας,
ἐμέτρησε τὰ λίγα πρόβατά μας,
εἶδε τὸ γάϊδαρό μας καὶ γελοῦσε.

Πῆγε στ᾿ ἀμπέλι, πῆγε στὸ λιοστάσι,
ἄκουσε τὰ κουδούνια ἀπ᾿ τὸ κοπάδι,
χωρὶς κουβᾶ κατέβη στὸ πηγάδι
κι ἤπιε πολὺ νερὸ νὰ ξεδιψάσει.

Στῆς λεύκας μας τὰ φύλλα παιχνιδίζει,
στὸν οὐρανὸ τὸ καθαρὸ ἀνεβαίνει.
Μιὰ χήνα τὸ κοιτάζει σαστισμένη
κι ὁ σκύλος μας ἀκόμα τὸ γαβγίζει.