Διηγήματα και παραμύθια

Διηγήματα και παραμύθια

img

Ένα βράδυ, εκεί που κάθονταν στο στάβλο, έπιασαν κουβέντα. Λέει ο γάιδαρος στο βόδι:

«Βόδι, άκουσε εμένα που σου μιλώ. Εγώ είμαι δάσκαλος, ξέρω πολλά. Αύριο που θά ‘ρθει το αφεντικό να σε πάρει για ζευγάρι, να του κάνεις το ζαβλακωμένο, το άρρωστο. Μη φας ‘πόψε το φαΐ σου, για να σ’ έβρει αποκαμωμένο ο γεωργός και να μη σε πάρει στη δουλειά». Το βόδι, που δεν είναι καθόλου έξυπνο, γι’ αυτό το λένε και «βόδι» και πιστεύει εύκολα ό,τι του λένε, άκουσε το γάιδαρο. Ήκατσε σ’ ένα καντούνι κι ‘κανένε το άρρωστο. Έκλεισε τα μάτια του, κατέβασε την κεφάλα του και δε μιλούσε.

Την άλλη μέρα, μπαίνει μέσα η γυναίκα του γεωργού. (Τους γεωργούς τους λέμε εμείς ξωτάρηδες. Τα παλιά χρόνια, οι γεωργοί εδώ στη Λέρο δεν όργωναν μόνο, έκαναν και άλλες δουλειές.) Βλέπει το βόδι σε κακό χάλι. Φεύγει τρομαγμένη και πάει μέσα στο σπίτι.

«Φουρτούνα μας βρήκε σήμερα. Το ζωντανό μας δεν είναι στα καλά του. Το βλέπω ζαβλακωμένο σαν άρρωστο στο καντούνι του και δε θα μπορέσεις να το πάρεις στη δουλειά!».

Στενοχωρέθηνε ο κακομοίρης ο αγωγιάτης, ίντα θα κάνει; Πάει, ρωτάει τη γυναίκα του:

«Τι ‘α κάμουμένε, γυναίκα; Α βάλουμένε, στη θέση του, το γάδαρο! Να ζευγαρίσουμε σήμερα με το γάδαρο και θα δούμε, ώσπου να γίνει καλά το βόδι μας!».

Πάει λοιπόν ο αγωγιάτης, παίρνει το γάδαρο, τον πάει στο χωράφι, τον ζώνει στ’ αλέτρι και ξεκινάει το ζευγάρι. Νάσου ‘πόδω ο γάδαρος, νάσου ‘πό κει, ξεθεώθηνε.

Περνούσε η ώρα, πού να σταματήσει το ζευγάρι! Ο γεωργός είχε πολλή δουλειά. Κάποτε, πέρασε η ώρα, τελείωσε η δουλειά, μόλις ήφτασεν ο ήλιος να δύσει.

«Ε, καλά είναι για σήμερι λέει ο αγωγιάτης. Ας πααίνουμεν τώρα και αύριο πάλι με το καλό.» Παίρνει το γάιδαρο, καθίζει πάνω, τραβάει και το αλέτρι και φτάσανε στο στάβλο. Σ’ όλο το δρόμο ο γάιδαρος το φυσούσε και δεν κρύωνε το πάθημά του. «Αχου, ίντα ήπαθα! Τι ήταν αυτό που έπαθα! Τι βλακεία ήταν αυτή;»

Μπήκε στο στάβλο αλλά πού να μιλήσει, για να μην πονηρέψει το βόδι. Έκατσε σε μια μεριά λυπημένο κι ήστυβε το μυαλό του:

«Τι θα κάνω, πώς θα τη σκαπουλάρω αύριο;» Μετά από κάμποση ώρα, του ήρθε μια ιδέα. Σηκώνεται πάει κοντά στο βόδι και του λέει: «Φίλε μου, εγώ που σ’ αγαπώ, ‘κούσε με ίντα θα σου ξαναπώ. Αύριο δεν τη βλέπω καλά τη μέρα. Ήκουσα το γεωργό πού ‘πε ότι, άμα είσαι έτσι κι αύριο θα σε σφάξει γιατί φοβάται μην του ψοφήσεις και θα πάθει μεγάλη ζημιά μετά. Λοιπόν, το καλό που σου θέλω, κάτσε φάε καλά καλά απόψε να καρδαμώσεις, να σ’ έβρει στα συγκαλά σου αύριο ο γεωργός, γιατί δε σε βλέπω καλά!

Το βόδι, ό,τι τού ‘πε πάλι ο γάιδαρος έκαμε. Ήκουσε κι ότι, αν δεν είναι καλά αύριο, θα το σφάξει κι εντεροκόπηνε1! Σηκώνεται και πέφτει με τα μούτρα στο φαΐ. «Φάε και να φας», ηθέριεψε! Κοιμήθηνε του καλού καιρού και την άλλη μέρα μπαίνει μέσα η γυναίκα του αγωγιάτη κι ήτανε της χαράς. «Αχ!», λέει, «Σήμερα είσαι της χαράς! Πάω να τα πω στον άντρα μου». Πάει μέσα: «Άντρα μου, άντρα μου εντάξει το βόδι μας, ηκαρδάμωσε2! Σήμερα είναι της χαράς, γιατρέφτηνε! Μπορούμε να το πάμε στη δουλειά!». Το παίρνει τότε αυτός και φεύγουνε.

Ο γάιδαρος τότε ευχαριστημένος, τους ήβλεπε που φεύγανε κι ήλεε: «Αχ, πάλι καλά! Ευτυχώς που μέ ‘κουσεν το βόδι και άλλη φορά να προσέξω, να μη χώνω τη μούρη μου εκεί που δε με σπέρνουν!».

«Όπου δε σε σπέρνουνε, να μη ‘νεμάς3», έλεγε η γιαγιά μου.

εντεροκόπηνε = τρόμαξε
ηκαρδάμωσε = δυνάμωσε
ανεμάς = φυτρώνεις
ΠΗΓΗ: Παραδοσιακό παραμύθι της Λέρου

Όταν ο Δίας έφτιαξε τον κόσμο και τα ζώα, που θα τον κατοικούσαν, όριζε, στο καθένα από αυτά, πόσα χρόνια θα ζούσε. Σ’ άλλα, όπως στη θαλασσινή χελώνα λόγου χάριν, όρισε να ζει ως τριακόσια χρόνια, σ΄ άλλα, σαν το κοράκι για παράδειγμα, διακόσια, στον ελέφαντα εκατόν πενήντα, στη φάλαινα πεντακόσια, στις πεταλούδες τρεις μέρες. Κι επειδή όλα ήταν για πρώτη φορά φτιαγμένα από το Δία και τότε θ’ άρχιζαν να ζούνε, κανένα τους δεν περηφανεύτηκε, ούτε παραπονέθηκε για τα χρόνια που του είχε ορίσει. Αφού έφτιαξε όλα τα ζώα, ο Δίας έφτιαξε και τον άνθρωπο. Σ’ αυτόν έδωσε και κάτι, που δεν είχε δώσει στα άλλα ζώα. Του έδωσε το λογικό. -Και πόσα χρόνια ορίζεις να ζω; Ρώτησε ο άνθρωπος. -Σαράντα! Του απαντάει ο Δίας. -Καλά! Λέει ο άνθρωπος. Αμέσως, με το λογικό του, σκέφτηκε πως σαράντα χρόνια είναι πολύ λίγα, όταν ένα κοράκι, λόγου χάρη, ζει τουλάχιστον εκατό. Δεν είπε όμως τίποτα, για να μην του τα πάρει κι αυτά ο Δίας. Όταν βγήκε στη ζωή ο άνθρωπος ήταν άνοιξη, όλα ήτανε όμορφα γύρω του, αλλά, τις νύχτες έκανε δροσιά και καθώς δεν είχε χοντρό δέρμα, όπως τα άλλα ζώα, για να προφυλάσσεται, σκέφτηκε να φτιάξει. Μάζεψε φύλλα τα ‘ραψε και τα φόρεσε. Αλλά τα φύλλα μαραίνονταν και τρίβονταν. Τότε χρησιμοποίησε προβιές αγριμιών. Έπειτα είδε πως τα πουλιά χτίζανε φωλιά, και σκέφτηκε κι αυτός να φτιάξει μια φωλιά, αλλά να είναι σκεπασμένη από πάνω, κι όχι ξέσκεπη, όπως οι φωλιές των πουλιών. Με το λογικό, λοιπόν, που του είχε χαρίσει ο Δίας, έφτιαξε ένα σπίτι με σκέπη, με πόρτα για να μπαινοβγαίνει και με παράθυρα, που του χρησίμευαν για να βλέπει τι γίνεται έξω, χωρίς να αναγκάζεται να βγαίνει από το σπίτι του. Πέρασε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι με τις ζέστες του. Τα ζώα έτρεχαν να βρούνε κανένα δέντρο για να ξαπλώσουν κάτω από τον ίσκιο του. Ο άνθρωπος, όμως, είχε το σπίτι του, κι έτσι είχε όσο ίσκιο ήθελε. Ήρθε κι ο χειμώνας κι άρχισαν οι βροχές, τα κρύα, τα χιόνια. Τα ζώα έτρεμαν από το κρύο και στριμώχνονταν το ένα πλάι στο άλλο για να ζεσταθούν. Ο άνθρωπος όμως κλεινότανε μέσα στο σπίτι του και δεν κρύωνε καθόλου. Ένα βράδυ, που έκανε κρύο δυνατό, χτύπησαν την πόρτα του. – Ποιος είναι; Ρώτησε από μέσα ο άνθρωπος. – Είμαι εγώ, το άλογο, ακούστηκε απ’ έξω μια φωνή. Πάρε με μαζί σου, άνθρωπε, γιατί κρυώνω κι εγώ θα σου δουλεύω για να σε ξεπληρώσω. -Μου χαρίζεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου για να σε πάρω; – Σου χαρίζω! Υποσχέθηκε το άλογο. Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το άλογο ζεστάθηκε κι άρχισε να του δουλεύει. Το άλλο βράδυ, παρουσιάστηκε το βόδι. -Πάρε με άνθρωπε, να ζεσταθώ, κι εγώ θα σου δουλεύω! Τον παρακάλεσε. – Σε παίρνω, αν μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου, είπε ο άνθρωπος. -Μ’ όλη μου την καρδιά, απάντησε το βόδι. Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το ‘στρωσε στη δουλειά. Το τρίτο βράδυ, ήρθε κι ο σκύλος, τουρτουρίζοντας. – Πάρε με, άνθρωπε, στο σπίτι σου κι εγώ θα σου δουλεύω, του είπε. – Εσύ για δουλειά δεν κάνεις, αποκρίθηκε ο άνθρωπος. Θα σε πάρω όμως για να φυλάς το σπίτι μου, όταν θα λείπω, φτάνει να μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου. -Σου τα χαρίζω! Φώναξε ο σκύλος πρόθυμα. Κι ο άνθρωπος τον πήρε στο σπίτι του και τον έβαλε να το φυλάει, κι εκείνος το φύλαγε πιστά. Κι έτσι ο άνθρωπος κέρδισε τριάντα χρόνια. Μόνο που, όταν τελείωσε τα σαράντα δικά του κι άρχισε να ζει τα δέκα του αλόγου, άρχισε να καμαρώνει σαν εκείνο. Στο δέκα του βοδιού, έγινε βαρύς και στενοκέφαλος κι ήθελε να γίνεται πάντα το δικό του. Και, στα τελευταία δέκα χρόνια, που είχε πάρει από το σκύλο, έγινε γκρινιάρης και θύμωνε με το παραμικρό. Γι’ αυτό, από τότε, οι άνθρωποι έχουν τέτοιο χαρακτήρα: είναι γιατί ζούνε τα χρόνια, του αλόγου, του βοδιού και του σκύλου.

«Ω Πατέρα», είπε ένα μικρός βάτραχος στον μεγάλο που καθόταν στην άκρη της λιμνούλας, «Είδα ένα πολύ τρομερό τέρας! Ήταν τόσο μεγάλο όσο ένα βουνό, με κέρατα στο κεφάλι του, και μια μακριά ουρά, και διπλές οπλές. »

«Μη κάνεις έτσι παιδάκι μου,» είπε ο γέρο-βάτραχος, «αυτό που είδες ήταν απλά το βόδι του κυρ – Λούκα, του γεωργού που έχει εκείνο το χωράφι, και δεν είναι και τόσο μεγάλο όσο νομίζεις. Μπορεί να είναι λίγο πιο ψηλό από μένα, αλλά θα μπορούσα εύκολα να κάνω τον εαυτό μου τόσο μεγάλο. Απλά κοίτα.» Έτσι, άρχισε να παίρνει βαθιές ανάσες και να φουσκώνει και παραφουσκώνει.

«Ηταν τόσο μεγάλος;» ρώτησε ο ίδιος.

«Ω, πολύ μεγαλύτερο από αυτό», είπε ο νεαρός βάτραχος.

Και πάλι το γέρο-βάτραχος πήρε βαθιά ανάσα, και ρώτησε τον νεαρό έαν το βόδι ήταν τόσο μεγάλο όσο εκείνος.

» Μεγαλύτερο , πατέρα, πολύ μεγαλύτερο,» ήταν η απάντηση. Έτσι, ο Βάτραχος πήρε μια πιο βαθιά ανάσα, και φύσηξε και φύσηξε και φύσηξε, και πρήστηκε και πρήστηκε και πρήστηκε. Και τότε είπε: «Είμαι σίγουρος ότι το βόδι δεν είναι τόσο μεγάλο όσο αυτή τη στιγμή είμαι εγώ.» Όμως, εκείνη τη στιγμή έσκασε.

Η έπαρση και η αλαζονεία μπορούν να οδηγήσουν στην αυτοκαταστροφή.

Ξεκίνησαν λοιπόν το άγνωστο ταξίδι τους και καθώς περπατούσαν, βρήκαν μια βρύση μέσα στην ερημιά. Όπως ήταν εξαντλημένοι και αδύναμοι αποφάσισαν να καθίσουν για λίγο εκεί, να ξαποστάσουν. Μαγείρεψαν και την ώρα που έτρωγαν αντίκρισαν έναν γέρο να τους πλησιάζει, κουτσαίνοντας και κρατώντας μια μαγκούρα. Σαν έφτασε κοντά τους, τους χαιρέτησε καλόκαρδα!

Γεια χαρά σας παλικάρια!

Καλή σου ώρα και σε σένα γέροντα…
…του αποκρίθηκαν εκείνοι ενώ ο μικρότερος αδερφός έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του το πρόσφερε λέγοντάς του:

Κόπιασε παππούλη να φας λίγο ψωμί μαζί μας.

Ο γέρος που δεν αρνήθηκε, πήρε το ψωμί και κάθισε δίπλα τους. Δάγκωσε λίγο ψωμί κι ενώ μασούσε, γύρισε και είπε προς τον μεγαλύτερο αδερφό…

Πες μου παλικάρι μου, τί θα επιθυμούσες περισσότερο στον κόσμο αυτό;

Εκείνη την στιγμή, πάνω από τα κεφάλια τους, πετούσε ένα σμήνος από αμέτρητα κοράκια που έκανε τον ουρανό να μαυρίσει. Ο μεγαλύτερος αδερφός, που δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από το σμήνος, απάντησε στον γέρο χωρίς να το σκεφτεί…

Θα ήθελα, όλα αυτά τα κοράκια που πετούν από πάνω μας, να γινόντουσαν πρόβατα και να ήτανε δικά μου!

Πολύ ωραία… Και δεν μου λες; Αν ερχόταν κανένας φτωχός, πεινασμένος και διψασμένος, θα του πρόσφερες λίγο γάλα;

Τον ξαναρώτησε ο γέρος και το παλικάρι αμέσως του αποκρίθηκε…

Μόνο γάλα; Θα του πρόσφερα ό,τι τραβούσε η όρεξή του… και γάλα και τυρί και μυτζήθρα!

Ο γέρος τότε, χτύπησε τη μαγκούρα του στο χώμα και με μιας τα κοράκια πέσανε στη γη και γίνανε πρόβατα κι άσπρισε ο τόπος γύρω τους από τα τόσα ζωντανά!

Αυτό ήταν. Το παλικάρι, αποφάσισε τότε να εγκατασταθεί εκεί. Μάζεψε τα πρόβατα και με την βοήθεια των άλλων χτίσανε κι ένα μαντρί και η ζωή του θα κυλούσε έτσι από εδώ και στο εξής.

Αμέσως μετά, τα άλλα δυο αδέρφια κίνησαν να συνεχίσουνε το ταξίδι τους και μιας κι ο γέρος δεν είχε που να πάει, τους ακολούθησε. Μετά από ώρες περπάτημα, βρέθηκαν μπροστά σε μια όαση. Κάθισαν να ξαποστάσουν κι ο γέρος ρώτησε τον δεύτερο αδερφό:

Εσύ, παλικάρι μου, τι θα επιθυμούσες περισσότερο να έχεις;

Γέροντα, βλέπεις όλα αυτά τα πουρνάρια εδώ μπροστά μας; Αν αυτά, αντί για πουρνάρια ήταν ελιές θα ήμουν ευτυχισμένος!

Πολύ ωραία. Και δεν μου λες… Κι αν κανένας φτωχός χτυπούσε την πόρτα σου για βοήθεια, θα του έδινες λίγο λαδάκι να έχει να ρίχνει στο φαγητό του;

Και το ρωτάς; Και βέβαια θα του έδινα…

Χτύπησε και πάλι ο γέρος τη μαγκούρα καταγής και αμέσως τα πουρνάρια μεταμορφώθηκαν σε ελαιόδεντρα κι από τα κλαδιά τους κρέμονταν αμέτρητες ελιές. Ο δεύτερος αδερφός το πήρε κι αυτός απόφαση κι έμεινε σε εκείνον τον τόπο. Μάζευε τις ελιές και άλλες τις έκανε λάδι ενώ άλλες τις ετοίμαζε για φαγητό. Και με το πέρασμα το χρόνου άρχισε να πουλάει τα αγαθά του, σε άλλα χωριά και πόλεις.

Τελευταίος έμεινε ο μικρότερος αδερφός και μαζί με το γέρο ξεκίνησαν και πάλι το ταξίδι τους. Περπάτησαν αρκετά μέχρι που έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι. Βρήκαν μια βρύση και αποφάσισαν να κάτσουν λίγο να ξαποστάσουν, να ξεδιψάσουν και να ξεκουραστούν. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο γέρος ρώτησε του μικρού αδερφού:

Εσύ μικρέ μου, με τί θα ήσουν ευχαριστημένος;

Εγώ καλέ μου γέροντα, θα ήθελα αυτή η βρύση να τρέχει συνέχεια με μέλι.

Κι αν φτωχοί άνθρωποι σου χτυπήσουν την πόρτα και σου ζητήσουν μέλι, θα τους δώσεις;

Και βέβαια γέροντα! Θέλει και ρώτημα;

Χτύπησε ξανά ο γέρος την μαγκούρα στο έδαφος και η βρύση έπαψε να τρέχει με νερό και ξαφνικά μέλι άρχισε να στάζει. Λίγο στην αρχή κι ύστερα περισσότερο. Και ο νέος αποφάσισε να μείνει εκεί και να πουλάει μέλι στους περαστικούς μα και στους εμπόρους. Κι όποτε κάποιος φτωχός του ζητούσε λίγο μέλι για να γλυκάνει την όρεξή του μα και για να πάρει δύναμη, αυτός δεν του έλεγε όχι.

Μετά κι από αυτό, ο γέρος σηκώθηκε και έφυγε μόνος τους, κουτσαίνοντας και βαστώντας την μαγκούρα του.

Πέρασε αρκετός καιρός κι ο μικρότερος αδερφός θέλησε να δει τα αδέρφια του. Αφού άφησε στην θέση του έναν υπηρέτη, κίνησε να πάει να τους βρει. Μόλις έφτασε όμως στο μέρος που ο αδερφός του είχε τις ελιές, αντί για ελαιόδεντρα είδε τον κάμπο γεμάτο με πουρνάρια, όπως ακριβώς όταν τον αντίκρισαν για πρώτη φορά. Κι όταν αναζήτησε τον μεγαλύτερο αδερφό του που είχε γίνει βοσκός, αντί για τα πρόβατα, είδε και πάλι αμέτρητα κοράκια να πετάνε στον ουρανό.

Σαστισμένος όπως καθότανε και χωρίς να έχει καταλάβει τίποτα, εμφανίστηκε μπροστά του ο γέρος. Με καλόκαρδη φωνή γύρισε και του είπε…

Μην απορείς… Τα αδέρφια σου δεν τήρησαν την υπόσχεσή τους. Δεν βοήθησαν τους φτωχούς που τους ζήτησαν βοήθεια και έτσι ό,τι καλό τους δόθηκε το έχασαν. Σε αντίθεση με εσένα όμως που έχεις μεγάλη και καλοσυνάτη καρδιά, βοηθώντας όποιον έχει ανάγκη, συνεχίζεις να έχεις το δώρο που σου δόθηκε. Να έχεις την ευχή μου κι έτσι να συνεχίζεις την ζωή σου.

Κι ο γέρος χάθηκε πριν ο μικρότερος αδερφός προλάβει να πει οτιδήποτε…

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ στα παραμύθια!

Πηγή: http://taparamythiatisgiagias.blogspot.com/2015/04/blog-post_26.html

Ζούσε κάποτε στην Ισπεπονία ένας διάσημος ταυρομάχος, ο Ελ Πεπόλδο ντε Θαλούθας ντε Βερέγγας ντε Βεράντας. Ένα πρωινό δέχτηκε την επίσκεψη μιας πολύ θλιμμένης αγελάδας, της Αμαλασούνθας. Η συζήτηση μαζί της τον οδήγησε σε σοβαρές αποφάσεις που άλλαξαν ριζικά τη ζωή του.

Ήταν συμπαθητική, σεμνή και συνεσταλμένη αγελάδα. Φορούσε βέλο*, μαύρη κορδέλα πένθους γύρω από το λαιμό και έμοιαζε αφάνταστα δυστυχισμένη, λες κι ένα μεγάλο κι αβάσταχτο κακό την είχε βρει.

Αναστέναξε βαθιά και από τα μάτια της στάζανε δάκρυα πόνου και απελπισίας (από το ένα μάτι στάζανε δάκρυα πόνου και από το άλλο δάκρυα απελπισίας).

— Καλημέρα, κύριε ταυρομάχε, πρόφερε δειλά, ζητώ συγγνώμη που σας ενοχλώ και διακόπτω το πρωινό σας!

— Μα τι λέτε, κυρία μου, αγελάδα μου, θέλω να πω. Περάστε! Καθίστε! Θα πάρετε κάτι; Τι να σας προσφέρω; Να σας προσφέρω μια μερίδα γρασίδι να το μηρυκάσετε;

— Όχι, ευχαριστώ! Μου έχει κοπεί η όρεξη. Δε βάζω μπουκιά στο στόμα μου τώρα τελευταία! Ξέρετε ποια είμαι;

— Ιδέα δεν έχω!

— Είμαι η Αμαλασούνθα, η χήρα του ταύρου που σκοτώσατε προχτές στις ταυρομαχίες!

— Μη μου πείτε!

Σ’ αυτό το σημείο η αγελάδα δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί, την πήρε το παράπονο και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά*. Σου ράγιζε την καρδιά το κλάμα της.

— Γιατί μου το κάνατε αυτό, έλεγε ανάμεσα στους απανωτούς λυγμούς που την έπνιγαν. Γιατί τον σκοτώσατε; Ξέρετε τι καλός που ήταν; Τι εξαιρετικός ταύρος; Ποιος θα φροντίζει τώρα τα μοσχαράκια μας; Δε μου λέτε; Ποιος θα τα φροντίζει; Θα πάρουν τον κακό δρόμο! Κορνμπίφ* θα καταντήσουν!

— Πόσα μοσχαράκια έχετε;

— Τρία!

— Να σας ζήσουν! Αλλά ξέρετε…

— Είμαι τόσο δυστυχισμένη! Θέλω να δώσω ένα τέλος στη ζωή μου! Έτσι μου ‘ρχεται να πάω σε κανένα χασάπη και να του πω: «Πάρε με, κάνε με ζαμπόν, κάνε με μπριζόλες να ησυχάσω!». Μουχουχού! Μουχουχού!

— Ησυχάστε, κυρία μου! Ηρεμήστε! Μη μουγκανίζετε* έτσι! Σπαράζει η καρδιά μου να σας ακούω! Είπε ο Ελ Πεπόλδο κι απ’ την ταραχή του άρχισε ν’ αλείβει με μαρμελάδα το μανίκι του.

— Μουχουχού! Μουχουχού!

— Φτάνει! Σας παρακαλώ!

— Μουχουχού! Μουχουχού! Και το ‘λεγε το ωροσκόπιο του! Ήταν Ταύρος ξέρετε — είχε γεννηθεί στον αστερισμό του Ταύρου! Το ‘λεγε το ωροσκόπιο του: «Άμα συναντήσετε ταυρομάχο, οι προοπτικές δεν είναι καθόλου καλές. Αποφεύγετε τις αρένες! Το κόκκινο χρώμα θα σας φέρει γρουσουζιά». Έτσι έλεγε το ωροσκόπιο του!

— Λυπάμαι, κυρία μου! Ό,τι έγινε, έγινε! Θα ξαναφτιάξετε τη ζωή σας μ’ έναν άλλον ταύρο!

— Εγώ μόνο τον Εβούλσιο αγαπούσα!

— Εβούλσιο; Είπατε Εβούλσιο;

— Ναι!

— Μα δεν ταυρομάχησα με τον Εβούλσιο προχτές. Έγινε μια αλλαγή την τελευταία στιγμή! Μονομάχησα μ’ έναν άλλον ταύρο!

— Ω! Τι ευτυχία! Τι απίστευτη ευτυχία! Διάβασα στις εφημερίδες ότι ο ταυρομάχος σκότωσε τον ταύρο στο δεύτερο γύρο και νόμισα πως ήταν ο καλός μου! Δεν έμαθα για την αλλαγή! Πόσο χαίρομαι! Μου ‘ρχεται να σας γλείψω τη μύτη από τη χαρά μου!

— Δε βαριέστε!… Αλλά ξέρετε… με τον Εβούλσιο θα ταυρομαχήσω σήμερα, και όχι να το παινευτώ, αλλά συνήθως νικάω! Τους κατατροπώνω εγώ τους ταύρους!

Το χαμόγελο έσβησε από τη μουσούδα της Αμαλασούνθας.

— Μη μου το κάνετε αυτό, κύριε ταυρομάχε, μουγκάνισε με αγωνία.

— Πώς να μην το κάνω; Αυτή είναι η δουλειά μου! Πώς θα βγάζω αλλιώς λεφτά; Πώς θα αγοράζω παγωτά για να τρώω, και βεντάλιες για να χαρίζω στη δόνα Ροζίτα Ντολορές Μαμασίτα Μασουλίτα, την καλή μου;

— Μην το κάνετε αυτό! Σκεφτείτε τα μοσχαράκια μας που θα μείνουν ορφανά! Σας υπόσχομαι πως δε θα πεινάσετε ποτέ! Θα σας δίνω εγώ γάλα παχύ και θρεπτικό κάθε πρωί για να φτιάχνετε παγωτό και ο Εβούλσιος που είναι έξυπνος ταύρος, θα μάθει να παίζει πίπιζα! Θ’ ανοίξουμε τσίρκο! Θα βγάζουμε με το τσουβάλι λεφτά. Εγώ θα κάθομαι στο ταμείο και θα γεμίζω το τσουβάλι.

Η Αμαλασούνθα σώπασε. Περίμενε μ’ αγωνία την απάντηση του ταυρομάχου. Ο Ελ Πεπόλδο απόμεινε για λίγο συλλογισμένος. Αναλογιζόταν το ρίγος των χειροκροτημάτων*!

— Εντάξει, είπε στο τέλος. Σύμφωνοι! Στο κάτω κάτω δεν είναι και τόσο ευγενική απασχόληση να σκοτώνεις ταύρους σε όλη σου τη ζωή! Έχω υπογράψει όμως συμβόλαιο. Πρέπει να βρω κάποια δικαιολογία για να μην ταυρομαχήσω! Δεν ξέρω τι να κάνω! Εσείς τι λέτε;

— Να κάνετε τον άρρωστο! Ο αγώνας θ’ αναβληθεί! Μετά θ’ αγοράσετε τον Εβούλσιο και θα βάλουμε μπροστά το σχέδιο μας!

— Πολύ καλή ιδέα! Είπε συγκινημένος ο ταυρομάχος. Αυτό θα κάνω! Ολέ!

Και χωρίς να χάνει ώρα, έβγαλε τη στολή του, φόρεσε τις πιτζάμες του και ξάπλωσε στο κρεβάτι.

* (το) βέλο: πέπλο, λεπτό ύφασμα στα γυναικεία καπέλα, που πέφτει μπροστά, στο πρόσωπο * με αναφιλητά (το αναφιλητό): με κλάμα και λυγμούς μαζί
* (το) κορνμπίφ: κονσέρβα με βοδινό κρέας
* μουγκανίζετε (μουγκανίζω): μουγκρίζετε
* το ρίγος των χειροκροτημάτων: το ανατρίχιασμα, η μεγάλη συγκίνηση από τα χειροκροτήματα