Τηλεφωνήστε μας

2321068363 - 2321068301

Ισορροπημένα και ορθολογικά σιτηρέσια

Ισορροπημένα και ορθολογικά σιτηρέσια

Δ. Θρεπτικές ανάγκες

Οι θρεπτικές ανάγκες που θεωρούνται “βασικές” (ενέργεια, πρωτεΐνες, μακροστοιχεία, ιχνοστοιχεία και βιταμίνες), στις διάφορες μορφές τους (μεταβολιστέα ή καθαρή ενέργεια, ολική ή πεπτή/μεταβολιστέα πρωτεΐνη, ολικό ή απορροφήσιμο ασβέστιο κλπ) υπάρχουν και μπορούν να βρεθούν εύκολα στα βιβλία με τους Πίνακες Διατροφής. Στηρίζονται στο σωματικό βάρος των ζώων, την ποσοτική και ποιοτική (λίπος, πρωτεΐνη) γαλακτοπαραγωγή τους και το ρυθμό αύξησής τους. Υπενθυμίζεται ότι αναφερόμαστε στα ζώα “στόχους”. Οι Πίνακες είναι ακριβείς, κάτω από ουδέτερες, ιδανικές συνθήκες. Για να επιτύχει όμως ένα πρόγραμμα διατροφής σε μια εκτροφή πρέπει να εκτιμηθούν οι πραγματικές ανάγκες στις πραγματικές συνθήκες που επικρατούν σ΄αυτήν. Φυσικά, οι συνθήκες, συνεπώς και οι ανάγκες σε μια εκτροφή, δεν παραμένουν σταθερές κατά τη διάρκεια του έτους.

Κύρια παράμετρος που μεταβάλλει τις ανάγκες των ζώων είναι οι κλιματικές συνθήκες (όπως τις αντιλαμβάνονται τα βοοειδή και όχι ο άνθρωπος):

α) Όταν επικρατούν χαμηλές θερμοκρασίες, ειδικά όταν συνδυάζονται και με υψηλή σχετική υγρασία (κακός αερισμός ή/και έλλειψη στρωμνής) και άμεση έκθεση στον άνεμο, οι ανάγκες σε ενέργεια αυξάνονται για να διατηρηθεί η φυσιολογική θερμοκρασία των ζώων. Ταυτόχρονα, αυξάνεται και η κατανάλωση ξηρής ουσίας από τα ζώα (όχι πάντοτε όταν εκτίθενται άμεσα στον ψυχρό άνεμο και σίγουρα όχι όταν υπάρχει ήδη μεγάλος ανταγωνισμός στην ομάδα) και πρέπει να ληφθεί απόφαση αν πρέπει να αυξηθεί η χορήγηση τροφής (συνήθως), αν πρέπει να αυξηθεί η ενεργειακή πυκνότητα του σιτηρεσίου (σπάνια) ή αν πρέπει να αλλάξει η αναλογία χονδροειδών:συμπυκνωμένων ζωοτροφών (εξαρτάται από την αρχική αναλογία). Σε κάποιες περιπτώσεις αρκεί απλά η παροχή επιπλέον στρωμνής. Αν δεν γίνουν οι απαραίτητες προσαρμογές, η γαλακτοπαραγωγή, τα σωματικά αποθέματα και η αύξηση των ζώων μειώνονται. Η αρνητική επίδραση του “ψύχους” μπορεί να είναι πρόσκαιρη και να μην απαιτούνται αλλαγές, όταν όμως διαρκεί πολύ οι αλλαγές είναι απαραίτητες.

β) Όταν επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες, ειδικά όταν συνδυάζονται και με υψηλή σχετική υγρασία και άμεση έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία (θερμική καταπόνηση), οι ανάγκες σε ενέργεια αυξάνονται και πάλι, αυτή τη φορά επειδή το ζώο καταναλώνει ενέργεια για να αποβάλλει την επιπλέον θερμότητα. Ταυτόχρονα, μειώνεται σημαντικά η κατανάλωση ξηρής ουσίας. Συνεπώς, για να διατηρηθεί η πρόσληψη όλων των θρεπτικών συστατικών στα προηγούμενα επίπεδα, πρέπει να αυξηθεί η περιεκτικότητά τους στο σιτηρέσιο (της ενέργειας αναλογικά περισσότερο από τα υπόλοιπα). Αν δεν γίνουν οι απαραίτητες προσαρμογές, η γαλακτοπαραγωγή, η αναπαραγωγική ικανότητα, τα σωματικά αποθέματα και η αύξηση των ζώων μειώνονται. Η αρνητική επίδραση της “ζέστης” είναι συνήθως μεγάλη σε διάρκεια και οι αλλαγές του σιτηρεσίου είναι απαραίτητες.

Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή των σιτηρεσίων σε επίπεδα υψηλότερα των “στενών” αναγκών των ζώων. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η διαπίστωση ότι το γενετικό δυναμικό των ζώων (π.χ. γαλακτοπαραγωγή) είναι ανώτερο του τρέχοντος επίπεδου παραγωγικότητας. Συνεπώς, τα σιτηρέσια πρέπει να καταρτισθούν για την πραγματική συνθήκη (γενετικό δυναμικό), να παρέχουν δηλαδή περισσότερα θρεπτικά συστατικά. Μια άλλη πολύ συνηθισμένη περίπτωση είναι η αγνόηση της μεταβολής της θρεπτικής κατάστασης των ζώων. Η διαπίστωση ότι η ομάδα των αγελάδων με υψηλή γαλακτοπαραγωγή καταφέρνει να τη διατηρήσει σε υψηλά επίπεδα σε βάρος της θρεπτικής της κατάστασης αλλά και της αναπαραγωγικής της ικανότητας συνεπάγεται ότι πρέπει να αυξηθεί η ενεργειακή πυκνότητα του σιτηρεσίου. Μια άλλη συνθήκη που δεν λαμβάνεται υπόψη στους Πίνακες είναι η ανάγκη αντιμετώπισης υγειονομικών προβλημάτων. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να απαιτείται η ενίσχυση των σιτηρεσίων σε ενέργεια, πρωτεΐνες, βιταμίνες και ιχνοστοιχεία για μικρότερα ή μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Η ανάγκη για προσαρμογή των σιτηρεσίων στις συνθήκες που επικρατούν σε μια εκτροφή μπορεί να προκύψει και από το σύστημα ομαδοποίησης που ακολουθείται: όταν οι αγελάδες που βρίσκονται στη φάση της λοχείας, οι οποίες έχουν όπως προαναφέρθηκε αναλογικά χαμηλή κατανάλωση ξηρής ουσίας, ομαδοποιούνται μαζί με εκείνες που έχουν την υψηλότερη γαλακτοπαραγωγή, τότε οι ανάγκες τους, ιδίως σε πρωτεΐνες δεν καλύπτονται από εκείνες του ζώου “στόχου” της ομάδας και πρέπει η περιεκτικότητα του σιτηρεσίου σ’ αυτές να αναπροσαρμοστεί.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η συμβολή του εξειδικευμένου συμβούλου είναι καθοριστικής σημασίας. Ένα πρόγραμμα διατροφής δεν μπορεί να επιτύχει όταν έχει λάθος στόχους. Τα σιτηρέσια μπορεί να είναι ισορροπημένα αλλά από την άποψη των αναγκών των ζώων δεν είναι ορθολογικά.

Με την ευρύτερη έννοια, λόγω των πολλών ιδιαιτεροτήτων των μηρυκαστικών, στις “θρεπτικές ανάγκες” τους μπορούν να συμπεριληφθούν και άλλα χαρακτηριστικά των σιτηρεσίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καταρτισμό τους. Πολλές από αυτές τις ιδιαιτερότητας σχετίζονται με την καλή λειτουργία της μεγάλης κοιλίας, δηλαδή με τις ανάγκες της μικροβιακής χλωρίδας της, η οποία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην πέψη των ζωοτροφών ενώ άλλες με τις ανάγκες των ίδιων των βοοειδών.

α) Η περιεκτικότητα των σιτηρεσίων σε άμυλο: Προτείνεται, για παράδειγμα, στις αγελάδες σε γαλακτοπαραγωγή να μην ξεπερνά το 28% της ξηρής ουσίας των σιτηρεσίων και μάλιστα, η επιθυμητή αναλογία μεταξύ του αποδομήσιμου και μη αποδομήσιμου αμύλου στην μεγάλη κοιλία να είναι περίπου 3,5 προς 1. Σημαντικό ρόλο έχει και ο ρυθμός αποδόμησης του αμύλου. Σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει σοβαρός κίνδυνος εμφάνισης δυσπεπτικής οξέωσης, η οποία μειώνει την πεπτικότητα των σιτηρεσίων. Η χρήση “ρυθμιστικών ουσιών” (σόδα, οξείδιο του μαγνησίου) μπορεί να περιορίσει το πρόβλημα. Η περιεκτικότητα των σιτηρεσίων σε άμυλο για τις άλλες κατηγορίες αγελάδων είναι πάντοτε μικρότερη αλλά εξαρτάται από τον αριθμό των διαφορετικών σιτηρεσίων που χορηγούνται στις διάφορες φάσεις εκτροφής. Πρέπει να είναι τέτοιες που να ευνοούν τη σταδιακή προσαρμογή.

β) Η περιεκτικότητα των σιτηρεσίων σε σάκχαρα: Ιδανικά, για όλες τις κατηγορίες βοοειδών συστήνεται να είναι μεταξύ 5% και 7% της ξηρής ουσίας των σιτηρεσίων. Όταν είναι υψηλότερη υπάρχει σοβαρός κίνδυνος εμφάνισης δυσπεπτικής οξέωσης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, μειώνει την πεπτικότητα του σιτηρεσίου. Η πεπτικότητα του σιτηρεσίου μειώνεται όμως και όταν η περιεκτικότητα σε σάκχαρα είναι μικρότερη από 5%.

γ) Η περιεκτικότητα των σιτηρεσίων σε λίπη: Για όλες τις κατηγορίες βοοειδών πρέπει να είναι μικρότερη από 6% της ξηρής ουσίας του σιτηρεσίου. Όταν είναι υψηλότερη υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μειωμένης πεπτικότητας των σιτηρεσίων λόγω της τοξικής δράσης των λιπών στη μικροβιακή χλωρίδα της μεγάλης κοιλίας. Συστήνεται το 2% του συνολικού λίπους να προέρχεται από τις κοινές ζωοτροφές, το 2% από ελαιούχα σπέρματα (π.χ. βαμβακόσπορος) και 2% από “αδρανή” (“bypass”) στη μεγάλη κοιλία λίπη. Μεγάλη σημασία έχει και το προφίλ των λιπαρών οξέων (κορεσμένα-ακόρεστα), επειδή έχουν επίδραση στη λιποπεριεκτικότητα του γάλατος, καθώς και στο προφίλ των λιπαρών οξέων του.

δ) Η περιεκτικότητα των σιτηρεσίων σε “κυτταρίνες” (χημική μορφή): Αυτές συμβολίζονται σήμερα με τα αρχικά NDF (Neutral Detergent Fiber) κατά τον καταρτισμό των σιτηρεσίων και περιλαμβάνουν τις ενώσεις οι οποίες από χημική άποψη κατατάσσονται στις «κυτταρίνες», «ημικυτταρίνες» και «λιγνίνη». Οι κυτταρίνες είναι το συστατικό των ζωοτροφών με τη χαμηλότερη πεπτικότητα αλλά μια ελάχιστη ποσότητα είναι απαραίτητη για την καλή λειτουργία του πεπτικού συστήματος. Για τις αγελάδες σε γαλακτοπαραγωγή, η επιθυμητή περιεκτικότητα των σιτηρεσίων σε NDF είναι μεταξύ 25% και 33%. Χαμηλότερη περιεκτικότητα συνδέεται με τον κίνδυνο εμφάνισης δυσπεπτικής οξέωσης και υψηλότερη περιεκτικότητα με την μειωμένη κατανάλωση ξηρής ουσίας. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η πεπτικότητα των σιτηρεσίων τελικά μειώνεται και μαζί της και η παραγωγικότητα των ζώων. Για τις υπόλοιπες κατηγορίες βοοειδών, οι οποίες έχουν χαμηλότερες θρεπτικές ανάγκες, η περιεκτικότητα των σιτηρεσίων σε NDF μπορεί να φτάσει και το 50%.

ε) Η περιεκτικότητα των σιτηρεσίων σε “κυτταρίνες” (φυσική μορφή): Η μορφή των χονδροειδών ζωοτροφών, του κύριου δηλαδή φορέα των “κυτταρινών”, επηρεάζει επίσης την αποτελεσματικότητα των σιτηρεσίων. Υπάρχει ένα ελάχιστο μήκος χονδροειδών ζωοτροφών το οποίο είναι απαραίτητο για την καλή λειτουργία της μεγάλης κοιλίας (μηρυκασμός), πέρα όμως από αυτό δεν υπάρχει κανένα όφελος. Αντίθετα, οι αγελάδες μπορούν να διαχωρίσουν τα πλέον ανεπιθύμητα τεμάχια (άχυρο, σκληροί βλαστοί μηδικής, τμήματα σπαδίκων καλαμποκιού) με αποτέλεσμα να καταναλώνουν τελικά διαφορετικό σιτηρέσιο από εκείνο που σχεδιάστηκε και να υπάρχει ο κίνδυνος της δυσπεπτικής οξέωσης και της μειωμένης παραγωγικότητας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, όταν υπάρχει ανταγωνισμός στις τροφοδόχους, ο κίνδυνος αυτός είναι πολύ μεγαλύτερος στα κυρίαρχα ζώα της ομάδας. Αλλά και τα κατώτερα ιεραρχικά ζώα έχουν μειωμένη παραγωγικότητα είτε επειδή καταναλώνουν σιτηρέσιο μικρότερης θρεπτικής αξίας (περισσότερο άχυρο) είτε επειδή καταναλώνουν μικρότερη ποσότητα ξηρής ουσίας από την επιθυμητή. Το μέσο μήκος των τεμαχιδίων του ενσιρωμένου καλαμποκιού πρέπει να είναι μεταξύ 1,5 και 2,0 cm και εκείνο των σανών, του άχυρου και του ενσιρώματος “πολύσπορου” μεταξύ 4,0 και 5,0 cm. Το μήκος αυτό είναι αρκετό για να διατηρηθεί η περιεκτικότητα του γάλατος σε λίπος σε φυσιολογικά επίπεδα. Όταν το μήκος είναι μεγαλύτερο, ακόμα και αν καταναλωθούν, η πέψη τους καθυστερεί και η κατανάλωση ξηρής ουσίας από τα ζώα μειώνεται. Πρέπει να τονισθεί ότι ο τεμαχισμός των σανών και του αχύρου πρέπει να γίνεται σε ειδικά μηχανήματα πριν την προσθήκη τους στον αναμίκτη/διανομέα.

στ) Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των αζωτούχων ουσιών του σιτηρεσίου: Η περιεκτικότητα του σιτηρεσίου σε «πρωτεΐνη» (ολική ή μεταβολιστέα) δεν είναι το μοναδικό κριτήριο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Εκτός από την ποσοτική, υπάρχει και η ποιοτική διάσταση η οποία έχει πολλές μορφές. Μια από τις σημαντικότερες είναι και η αναλογία διασπάσιμων και μη διασπάσιμων αζωτούχων ουσιών στη μεγάλη κοιλία. Γενικά, αυτή πρέπει να κυμαίνεται από 7 προς 3 όταν η περιεκτικότητα του σιτηρεσίου σε ολικές αζωτούχες ουσίες είναι μικρότερη από 15%, μέχρι 6 προς 4 όταν η περιεκτικότητα του σιτηρεσίου σε ολικές αζωτούχες ουσίες είναι 17% με 18%. Οι διαφορές αυτές δεν είναι μικρές και είναι πολύ σημαντικές. Η ύπαρξη στη μεγάλη κοιλία επαρκούς ποσότητας διαθέσιμου αζώτου, από τη διάσπαση των «πρωτεϊνών», είναι απαραίτητη για τον πολλαπλασιασμό της μικροβιακής χλωρίδας και την υψηλή πεπτικότητα του σιτηρεσίου. Όταν όμως υπάρχει περίσσεια αζώτου σε σχέση με τη διαθέσιμη ενέργεια, αυτή όχι μόνο δεν αξιοποιείται αλλά αντίθετα, επιβαρύνει τον οργανισμό (ήπαρ), επιδρά αρνητικά στην αναπαραγωγική ικανότητα των αγελάδων (τοξικότητα αμμωνίας) και απαιτεί τη δαπάνη ενέργειας για την απομάκρυνσή της με τη μορφή ουρίας. Εξίσου σημαντικό είναι και το προφίλ των αμινοξέων που απορροφώνται τελικά στο λεπτό έντερο. Την καλύτερη αναλογία αμινοξέων (υψηλότερη βιολογική αξία) έχει η “μικροβιακή πρωτεΐνη” που σχηματίζεται στη μεγάλη κοιλία από τον πολλαπλασιασμό της μικροβιακής χλωρίδας. Για το λόγο αυτό, πρέπει να επιδιώκεται η μεγιστοποίηση της παραγωγής της, παρέχοντας όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά και διατηρώντας ιδανικό το περιβάλλον της μεγάλης κοιλίας (αποφυγή δυσπεπτικής οξέωσης). Ταυτόχρονα, το προφίλ των αμινοξέων των μη διασπάσιμων στη μεγάλη κοιλία αζωτούχων ουσιών πρέπει να είναι όσο το δυνατόν εγγύτερα στις ανάγκες των αγελάδων και αν χρειάζεται να προστίθενται και συνθετικά “προστατευμένα” αμινοξέα (μεθειονίνη και λυσίνη).

Τέλος, πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί ότι, στις θρεπτικές ανάγκες των ζώων περιλαμβάνεται και το νερό. Αν και αυτό θεωρείται αυτονόητο, πολύ συχνά η απεριόριστη πρόσβαση των ζώων σε άφθονο καθαρό νερό δεν είναι δεδομένη. Λάθη στον τύπο, τον αριθμό και την τοποθέτηση των υδροδόχων στο στάβλο, περιορισμοί στην ροή της παροχής και κυρίως η κακή ποιότητα του νερού (έλλειψη καθαριότητας στις υδροδόχους μάλλον και όχι κακή ποιότητα από την παροχή), περιορίζουν την κατανάλωσή του και ταυτόχρονα, την κατανάλωση ξηρής ουσίας και την πεπτικότητα των σιτηρεσίων. Οι αγελάδες μπορεί να χρειάζονται μέχρι και 200 λίτρα νερό ημερησίως κατά τη θερινή περίοδο. Η υψηλή παραγωγικότητα των ζώων δεν μπορεί να συνυπάρχει με περιορισμένη ποσοτικά και ποιοτικά πρόσβαση στο νερό.